ἀπιστούντως
ἀπιστούντως, Adv.
- = ἀπίστως 2, Numen. ap. Eus. PE 14.7.
adv. formado sobre el part. pres. de πῶς οὐ δικαίως ἀ. τοῖς πράγμασιν ἕξω;
ἀπιστούντως, adv. avec défiance, Numén. (Eus. 3, 1208 Migne).
Étym. ἀπιστέω.