ἀπιστητικός
ἀπιστητικός, incredulous
ἀπιστ-ητικός, ή, όν,
- incredulous, M.Ant. 1.6.
incrédulo subst. τὸ ἀ. la incredulidad
τοῖς ... περὶ ἐπῳδῶν ... λεγομένοις
ἀπιστητικός, ή, όν, incrédule, M. Ant. 1, 6.
ἀπιστητικός, ungläubig, M.Anton. 1.6.