ἀπίστημι Save DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἀπίστημι v. ἀφίστημι. ἀπίστημι, v. ἀφίστημι. ἀπίστημι Ion. voor ἀφίστημι. ἀπίστημι, Her., = ἀφίστημι.