ἀποαιρέομαι Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Autenrieth Homer ἀποαιρέομαι, poet. for ἀφαιρέομαι, Il. 1.275. ἀποαιρέομαι v. ἀφαιρέω. ἀποαιρέομαι, v. ἀφαιρέομαι. ἀποαιρέομαι ep. voor ἀφαιρέομαι. ἀποαιρέομαι, = ἀφαιρέομαι, Il. 1.230, 275. ἀποαιρέομαι : see ἀφαιρέομαι.