ἀποβατικός
ἀποβατικός, of or for an ἀποβάτης, horse leaper
ἀποβᾰ-τικός, ή, όν,
- of or for an ἀποβάτης, ἀγών IG 9(2).527,531 (Larissa). Adv. -κῶς EM 124.31.
apobático, a base de un corredor que desmonta y acaba la carrera a pie
ἀγών
τροχός
carrera de acrobacia hípicaἡνίοχος
ἀποβατικός, zu ἀποβάτης gehörig, ἀγών, τροχοί, οἱ ἀπὸ τούτου τοῦ ἀγωνίσματος, B.A. 198.