ἀποπρηνίζω
ἀποπρηνίζω, throw headlong
ἀποπρηνίζω, (πρηνής)
- throw headlong, Nonn. D. 18.271 (aor. -ιξεν).
ἀπο·πρηνίζω (ao. ἀπεπρήνιξα) précipiter, Nonn. D. 18, 271.
ἀποπρηνίζω, throw headlong