ἀποπροέηκε Save Bailly 2024 Cunliffe Homer Autenrieth Homer ἀποπροέηκε, v. ἀποπροΐημι. ἀποπροέηκε 3 sing. aor. ἀποπροίημι. ἀποπροέηκε : see ἀποπροΐημι.