ἀποπτερυγόομαι
ἀποπτερυγόομαι, lose the πτέρυγες, of a rudder
ἀπο-πτερῠγόομαι,
- lose the πτέρυγες, of a rudder, Vett.Val. 287.36.
perder las palas
ἀποπτερυγωθέντος τοῦ πηδαλίου
habiendo perdido las πτέρυγες o palas el timón