About Report a problem

Menu

ἀποπτερυγόομαι

ἀποπτερυγόομαι, lose the πτέρυγες, of a rudder

ἀπο-πτερῠγόομαι,
  • lose the πτέρυγες, of a rudder, Vett.Val. 287.36.

Saved

Recent