ἀποπτάμενος Save Bailly 2024 Cunliffe Homer Autenrieth Homer ἀποπτάμενος, v. ἀφίπταμαι. ἀποπτάμενος aor. pple. ἀποπέτομαι. ἀποπτάμενος : see ἀποπέτομαι.