ἀπορίπτω Save DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἀπορίπτω v. ἀπορρίπτω. ἀπο·ρίπτω, v. ἀπορρίπτω. ἀπορίπτω zie ἀπορρίπτω. ἀπορίπτω, = ἀπορρίπτω, Anacr. 39.