ἀπόρησις Save DGE Bailly 2024 Pape ἀπόρησις -εως, ἡ 1 dificultad, problema Thphr.Od.12. 2 prohibición Sud.α 3500. ἀπόρησις, εως (ἡ) c. ἀπορία, Th. Od. 12. Étym. ἀπορέω. ἀπόρησις, ἡ, = ἀπορία, Theophr.