ἀποράξ Save LSJ DGE ἀποράξ· ἀπόρροια, ἀπόσπασμα, ἀπότμημα, Hsch. ἀποράξ· ἀπόρρογα. ἀπόσπασμα. ἀπότμημα Hsch. (prob. var. por ἀπορρώξ q.u.).