ἀπορησία
ἀπορ-ησία, ἡ,
- = ἀπορία, Eub. 141:—also ἀπόρ-ησις, εως, ἡ, Thphr. Od. 12.
escasez, falta, carencia de agua BE l.c., cf. Eub.139.
ἀπορησία, ας (ἡ) c. ἀπορία, Eub. (Bkk. 433, et Stob. Ecl. 1, p. 80, 26 Mein.).
ἀπορησία, ἡ, = ἀπορία, ἡ, Eubul. B.A. p. 433.