ἀπορρωγάς Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀπο-ρρωγάς, άδος, v.l. for sq., LXX 2 Ma. 14.45. ἀπορρωγάς, άδος, adj. f. c. le suiv. Spt. 2 Macc. 14, 45. ἀπορρωγάς, άδος, ἡ, fem. zu ἀπορρώξ ?