ἀποσαφηνίζω
ἀποσᾰφηνίζω, = forege., Luc. JTr. 27.
aclarar
ὅ τι βούλεται
ἀπο·σαφηνίζω, c. le préc. Luc. J. tr. 27.
ἀποσαφηνίζω, deutlich machen, erklären, Luc. Iov. Tr. 27 v.l.
aclarar
ὅ τι βούλεται