ἀπόφρικτος Save ἀπόφρικτος, shivering LSJ DGE ἀπόφρικτος, ον, ( φρίσσω) shivering, Aret. SD 1.12. ἀπόφρικτος -ον temblón γέροντες Aret.SD 1.12.1.