ἀποφράσσω
ἀποφράσσω, block up, stop up
- = ἀποφράγνυμι, block up, stop up, Hp. Carn. 18, Mul. 1.1; τὰς διεξόδους Pl. Ti. 91c; ἀ. καὶ παροικοδομεῖν D. 55.17; τὰς φυγάς Onos. 32:—Med., ἀποφάρξασθαι αὐτούς bar their passage, Th. 8.104.
1 c. ac. impedir el paso, bloquear, obstruir
τὸν ψόρον ... ἐν τῷ φάρυγγι
τὰς ... διεξόδους
τὴν ὀπήν
τὰς φυγάς
τὸ στόμα τοῦ λιμένος
τὰς διόδους
τὴν διαδρομήν
τὴν δεῦρο ἄνοδον
τὰς εἰσόδους
τὸ μόριον τὸ γυναικεῖον ἀπεφράγη
τοὺς διακόπους ἀποφραγῆναι
ἀποπεφράχθω πᾶς τοῦ βοὸς πόρος
• obturar
τὸ κάτω μέρος ἀποφράξας
τοῦ στομμίου τοῦ τροχοειδοῦς ... ἀποφραχθέντος
• fig. tapar
τὸ στόμα
τὰ ὦτα
• acallar
προσευχήν μου
τοὺς προσομιλοῦντας
2 abs. levantar una barrera, levantar un obstáculo
ἀποφράττειν καὶ παροικοδομεῖν
εἰς τὸν τόπον ἀπέφραξε