ἀπτόητος
ἀπτόητος, undaunted
ἀπτόητος, poet. ἀπτοίητος, ον,
- undaunted, LXX Je. 26(46).28, Nonn. D. 22.355, Sch. Il. 1.56, etc. Adv. -τως, θνῄσκειν Phalar. Ep. 103.2.
ἀ·πτόητος, ος, ον, intrépide, Bas. 2, 124 ||
➳ Poét. ἀπτοίητος, Nonn. D. 30, 278, etc.
Étym. ἀ, πτοέω.
ἀπτόητος, poet. ἀπτοίητος, unerschrocken.