ἀπτοίητος Save DGE Bailly 2024 Pape ἀπτοίητος -ον 1 intrépido Αἰακός Nonn.D.22.355, Ἰησοῦς Nonn.Par.Eu.Io.19.17, cf. SIG 46.145. 2 adv. ἀπτοήτως intrépidamente θνῄσκειν Phalar.Ep.103.2. ἀπτοίητος, v. ἀπτόητος. ἀπτοίητος, poet. = ἀπτόητος.