ἀπτόλεμος
ἀπτόλεμ-ος, ον, poet. for ἀπόλεμος, Il. 2.201, E. Med. 640 (lyr.), etc.
1 inepto para la guerra
σύ
χείρ
• fig. débil
εὐναί
πῦρ
2 ajeno a la guerra, que es señal de paz
ἀπτόλεμον καὶ ἄδηριν ἐλευθερίου Διὸς ὄμβρον
ἀ·πτόλεμος, ος, ον, poét. c. ἀπόλεμος, Il. 2, 201, etc. ; Eur. Med. 643.
ἀπτόλεμος, poet. für ἀπόλεμος, Hom. Il. 2.201, 9.35, 41 ; Eur. Med. 643 u. Sp.
ἀπτόλεμος
[ἀ-1.]
Unwarlike Il. 2.201, Il. 9.35, 41.
ἀπτόλεμος : unwarlike. (Il.)