ἀπφίδιον Save LSJ Pape ἀπφίδιον [φῑ], τό, Sch. Luc. Cat. 12, and ἀπφίον, τό, Eust. 565.23, Dim. of ἀπφά; also ἀπφία Poll. 3.74, cf. Hsch. ἀπφίδιον, τό, = ἀπφίον, τό, dim. zu ἀπφά.