About
Menu

ἀπωστός

ἀπωστός, thrust

ἀπ-ωστός, ή, όν,
  • thrust or driven away from, τῆς ἑωυτοῦ (sc. γῆς) Hdt. 6.5, cf. S. Aj. 1019.
    • II that can be driven away, οὐδὲ ἀπωστοὶ ἔσονται Hdt. 1.71.

Saved

Recent