ἀρειμανιότης
ἀρει-μᾰνιότης, ητος, ἡ, opp. ἀψυχία, Stob. 2.7.25.
ardor guerrero
op. ἀψυχία
ἀρειμανιότης, ητος (ἡ) [ᾰᾰ] fureur belliqueuse, Stob. Ecl. 2, 322.
Étym. ἀρειμάνιος.
ἀρειμανιότης, ητος, ἡ, kühner Kriegsmut, Stob. ecl.eth. p. 322.