ἀροτριασμός Save ἀροτριασμός, ploughing, tillage LSJ DGE ἀροτρ-ιασμός, ὁ, ploughing, tillage, Sch. Opp. H. 2.19. ἀροτριασμός -οῦ, ὁ arada Sch.Opp.H.2.19.