ἀροτρίασις
ἀροτρ-ίᾱσις, εως, ἡ, = sq., LXX Ge. 45.6, Ps.-Ptol. Centil. 214.
arada
οὐκ ἔσται ἀ. οὐδὲ ἄμητος
ἀροτρίασις, εως (ἡ) [ᾰρ] labour, Spt. Gen. 45, 6.
Étym. ἀροτριάω.
ἀροτρίασις, [ιᾱ], ἡ, = ἀροτριασμός, ὁ, das Pflügen, Schol.