ἀροτριαστής Save ἀροτριαστής, husbandman LSJ DGE Pape ἀροτρ-ιαστής, οῦ, ὁ, husbandman, EM 207.31. ἀροτριαστής -οῦ, ὁ arador, EM 207.31G. ἀροτριαστής, ὁ, Pflüger, VLL.