ἀσταφυλῖνος Save LSJ DGE Pape ἀστᾰφῠλῖνος, = σταφυλῖνος, Diocl. Fr. 123. ἀσταφυλῖνος v. σταφυλῖνος. ἀσταφυλῖνος, [ῑ], = σταφυλῖνος, mit euphon. α, Diocles bei Ath. IX.371d.