ἀστειεύομαι
ἀστειεύομαι, = sq., Sch. Ar. Ach. 1058, Pax 370, Sch. Arat. 956.
1 hacerse el gracioso
οὐ δεῖ ἀ. ἀπρεπῶς
2 hablar con gracia o elocuencia
ἠστειεύσατο πρὸς τὴν τῆς εὐτυχίας ὑπερβολήν
οἱ ποιηταί
ἀστειεύομαι (seul. prés.) c. le suiv. DC.
ἀστειεύομαι, = ἀστεΐζομαι, DC. Im Schol. Ar. Ach. 1022 steht sogar ἀστευόμενος.