ἄστειπτος Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἄστειπτος, ον, v. ἄστιπτος. ἄστειπτος v. ἄστιπτος. ἄ·στειπτος, ος, ον, non foulé, d’où non fréquenté, Soph. Ph. 2. Étym. ἀ, στείβω. ἄστειπτος, unbetreten, βροτοῖς, von Menschen, Soph. Phil. 2.