ἀσυμφορής Save DGE Bailly 2024 ἀσυμφορής -ές perjudicial c. dat., de pers. ἀσυμφορεῖς τοῖς πολλοῖς Origenes M.17.25C. ἀ·συμφορής, ής, ές, c. le suiv. Orig. 7, 25c.