ἀσυνάρπαστος
1 no desviado fig.
ἀ. τὴν ἀκοὴν ἔχουσα
2 adv. -ως sin arrebatamiento, suavemente
πρὸς τὸ δύνασθαι νοεῖν ἀ. χειραγωγούμενος
1 no desviado fig.
ἀ. τὴν ἀκοὴν ἔχουσα
2 adv. -ως sin arrebatamiento, suavemente
πρὸς τὸ δύνασθαι νοεῖν ἀ. χειραγωγούμενος