ἀσχημόνησις
ἀσχημ-όνησις, εως, ἡ,
- = ἀσχημοσύνη, Sm. Ps. 43(44).16.
indecencia
ἡ ἀ. μου ἀντικρύς μου
ἐκάλυψεν ἀ. τὸ πρόσωπόν μου
ἀσχημόνησις, εως (ἡ) inconvenance, indécence, Symm.
Étym. ἀσχημονέω.