ἀσχολασία Save DGE ἀσχολασία -ας, ἡ ocupación, empleo en un servicio público σοι ἐμήνυσεν ὁ Μάρκος ... τὴν ἐμὴν ἀσχολασίαν PRoss.Georg.3.2.13 (III d.C.).