ἀσχοληματικός
ἀσχοληματικός, hard-working
ἀσχολ-ημᾰτικός, ή, όν,
- hard-working, Vett.Val. 233.18.
muy trabajador
ἀσχοληματικοὶ πένητες
ἀσχοληματικός, hard-working
muy trabajador
ἀσχοληματικοὶ πένητες