Ἀφαρητίδαι
Ἀφαρητίδαι, ῶν (οἱ) [ᾰᾰ] c. le préc. Pd. N. 10, 121.
Ἀ˘φᾰρητίδαι
- 1sons of Aphareus i. e. Idas and Lynkeus. καὶ πάθον δεινὸν παλάμαις Ἀφαρητίδαι Διός N. 10.65