ἀφετήρ
ἀφετήρ, starting-point
ἀφετ-ήρ, ῆρος, ὁ,
- = ἀφετήριον, starting-point, Iamb. Protr. 21.ληʹ.
punto de partida, salida
ἀπὸ ῥίζης καὶ ἀφετῆρος τῆς μολόχης
ἀφετήρ, ῆρος (ὁ) [ᾰ] c. ἀφέτης, Jambl. Protr. 160.
ἀφετήρ, ῆρος, ὁ, = ἀφέτης, VLL.