Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀφύκτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀφροφόρος
ἀφροφυής
ἀφρόω
ἀφρύη
ἄφρυκτος
Ἀφρώ
ἀφρώδης
ἄφρων
ἀφρωραῖος
ἀφύα
ἀφυβρίζω
ἀφύγγετον
ἀφυγής
ἀφυγιάζω
ἀφυγιασμός
ἀφυγραίνομαι
ἀφυγραίνω
ἀφύδιον
ἀφυδραίνομαι
ἀφυδραίνω
ἄφυδρος
ἄφυζα
ἄφυζε
ἀφύη
ἀφυής
ἀφυΐα
Ἀφυία
ἀφυΐδιον
ἄφυκος
ἄφυκτος
ἀφύκτως
ἀφυλακτέω
ἀφυλακτηρίαστος
ἀφύλακτος
ἀφυλάκτως
ἀφυλαξία
ἀφυλίζω
ἀφύλισμα
ἀφυλισμός
ἀφυλλάκανθος
ἀφυλλάνθης
ἀφυλλανθής
ἀφυλλορρόως
ἄφυλλος
ἀφύλλωτος
ἄφυλος
ἀφυμνέω
ἀφύξειν
ἀφύξιμος
ἄφυξις
ἀφύπαρχος
ἀφυπνίζω
ἀφυπνισμός
ἄφυπνος
ἀφυπνόω
ἀφυπνώττω
ἀφύρατος
ἀφυρεῖν
ἀφύρητος
ἅφυρσιν
ἄφυρτος
…
ἀφύκτως
Save
Bailly 2024
ἀφύκτως,
adv.
inévitablement,
Lyc.
493 ;
Arstd.
t. 2, 272
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}