ἄφρυκτος
ἄφρυκτος, unroasted
ἄφρυκτος, ον,
- unroasted, κριθαί Poll. 6.77, Harp. s.v. προκώνια, Gal. 11.807, etc.
seco, desecado
κριθαί
ἄφυσος δὲ κατὰ γαστέρα καὶ ὁ ἄ. (καρπός)
ἄ·φρυκτος, ος, ον, non grillé, A. Tr. 9, 555 ; Gal. 13, 148, etc.
Étym. ἀ, φρύγω.
ἄφρυκτος, ungeröstet, Sp.