ἀχειραγώγητος
ἀχειραγώγητος, untamed
ἀχειρ-ᾰγώγητος, ον,
- untamed, Ph. 1.680.
1 que no se deja llevar, obstinado
ἡ τῶν Ἰουδαίων ἀ. γνώμη
ἀ. ... εἰς τὴν τῶν ἀναγκαίων κατάληψιν ... ὁ νοῦς
2 fig. que no lleva de la mano, que no guía
τυφλὴ καὶ ἀ. ὁδός
ἀ·χειραγώγητος, ος, ον [ᾰγ] non conduit par la main, Phil. 1, 680.
Étym. ἀ, χειραγωγέω.
ἀχειραγώγητος, ungezähmt, Sp.