ἀχειρούργητος Save LSJ DGE Pape ἀχειρούργητος, ον, = sq., Poll. 2.154. ἀχειρούργητος -ον no trabajado por la mano del hombre Poll.2.154. ἀχειρούργητος, Erkl. zu ἀχείρωτος, Poll. 2.154.