ἄχειρος
ἄχειρος, without hands
carente de brazos
τὸ θεοείκελον σχῆμα ... ἄπουν δὲ καὶ ἄχειρον
ἄχειρος, (χείρ), ohne Hände. Bei Xen. Cyr. 3.3.45 τὰ τυφλὰ τοῦ σώματος καὶ ἄοπλα καὶ ἄχειρα, der Rücken.
ἄχειρος, without hands
carente de brazos
τὸ θεοείκελον σχῆμα ... ἄπουν δὲ καὶ ἄχειρον