ἀψοφητί
ἀψοφητί, without noise
ἀψοφ-ητί or ἀψοφ-ητεί,
- Adv. of sq., Pl. Tht. 144b, D. 25.90, Arist. HA 533b32, Men. 298, Ph. 1.643; λέξις ὥσπερ ἔλαιον ἀ. ῥέουσα D.H. Dem. 20.
sin ruido, silenciosamente
οἷον ἐλαίου ῥεῦμα ἀ.
ἃ ... ἕκαστος ἀ. ποιεῖ
ἂν μὲν ἀ. προσπλεύσωσι
ἄμμον σείεσθαι ἀ.
πρόσεισιν οἷον ἀ. θρέμματος ἐπιψαύων
ταῖς διανοίαις ἀ. μόνος ὁ τῶν ὅλων ἡγεμὼν ἐμπεριπατεῖ
• sigilosamente
ὑποδεχομένης με τῆς Κλειοῦς ἀ.
• imperceptiblemente
τὸ λευκαίνεσθαι ἀ.
ἀψοφητί, adv. sans bruit, Plat. Theæt. 144b ; Dém. 797, 12 ; Arstt. Luc. etc.
Étym. ἀψόφητος.
ἀψοφητί, geräuschlos, ῥέω Plat. Theaet. 144b ; ποιεῖν Dem. 25.90 ; Folgde.