Ἀχερόντειος
Ἀχερόντειος, of Acheron
Ἀχερόντειος, α, ον,
- of Acheron, ναῦς Call. Hec. Fr. 278.3 Pf. [updated ref.]:—also Ἀχερόντιος, E. Alc. 443 (lyr.), Ar. Ra. 471:—fem. Ἀχεροντιάς, άδος, νύξ AP 5.240 (Paul.Sil.): and Ἀχερούσιος, α, ον (also ος, ον A. Ag. 1160), Th. 1.46:—fem. Ἀχερουσιάς, άδος, X. An. 6.2.2, Pl. Phd. 113a.
Ἀχερόντειος, α, ον [ᾰ] c. le suiv. Call. fr. 110.