ἐγκαινίζω
ἐγκαινίζω, to renovate, consecrate
- restore, τεῖχος LXX Is. 16.11; βασιλείαν 1 Ki. 11.14; make afresh ὁδόν Ep.Hebr. 10.20; consecrate, inaugurate, οἶκον Κυρίου LXX 3 Ki. 8.63:—Pass., Ep.Hebr. 9.18, IG 12(5).712.58 (Syros); χύτρα -ισμένα Archig. ap. Orib. 8.46.4.
- II innovate, prob. in PPar. 16.24 (ii B.C.).
I
1 renovar
καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου
• reinstaurar
βασιλείαν
• restaurar
τεῖχος
2 inaugurar, estrenar
τίς ὁ ἄνθρωπος ὁ οἰκοδομήσας οἰκίαν καινὴν καὶ οὐκ ἐνεκαίνισεν αὐτήν;
χύτρα ἐγκεκαινισμένη
• fig. establecer, abrir
(εἴσοδος) ἣν ἐνεκαίνισεν ἡμῖν (ὁ Ἰησοῦς)
II en relig. jud.- crist.
1 dedicar, renovar, consagrar cultos, objetos o construcciones
καθαρίσαι τὰ ἅγια καὶ ἐγκαινίσαι
ἐγκαινίσας αὐτῷ οἶκον ἐν ἑαυτῷ
ἐγκενήσθη (sic) τὸ σεπτὸν εὐκτήριον τοῦ ... μάρτυρος Οὐάρου
σταυρέ, ὁ ἐν τῷ σώματι τοῦ Χριστοῦ ἐγκαινισθείς
οὐ γὰρ ἔστιν ἄλλως ἐγκαινισθῆναι τὸν οἶκον ἡμῶν (e.e. τὴν ψυχήν)
2 celebrar los ἐγκαίνια o fiestas de la Renovación
ἐν τοσαύταις δὲ (ἡμέραις) ὁ ναὸς ἐγκαινιζόμενος
• entre los cristianos, de la Resurrección
ἐγκαινίζων τὴν ἐμαυτοῦ σωτηρίαν
ἐγκαίνισον τὴν ἀνάστασιν
3 en v. med. renovarse
ἐγκαινίζεσθε πρός με, νῆσοι
ἐγκαινίζεσθε, καὶ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον ἀπορρίψαντες, ἐν καινότητι ζωῆς πολιτεύεσθε
οὕτως ἐγκαινίζεται ἄνθρωπος
Strong
† ἐν-καινίζω (Rec. ἐγκ-, v.s. ἐν),
1 . to innovate (Eust.).
2. to renew (LXX ut supr.).
3. to initiate, inaugurate, dedicate (LXX ut supr.) : διαθήκην, He 9:18 ; ὁδόν, ib. 10:20 (Cremer, 323).†
- to renovate, consecrate:—Pass., NTest.