ἐγκαταφυτεύω
sembrar, plantar en, fig. implantar
σπέρμα κακίας ... τῷ βίῳ
αἱ ... ἐπ' ἀρετῇ ἀφορμαί
• injertar fig., en v. pas.
ὁ φιλόσοφος ... τῇ χρηστῇ καὶ ἡμέρῳ <ἐγ>καταφυτευθεὶς γνώσει
ἐγ·καταφυτεύω (part. ao. -εύσαντας) [φῠ] planter dans, dat. Clém. 13.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκαταφυτεύω, darin pflanzen, Sp.