ἐγκαταφύω
ἐγκατα-φύω,
- gloss on ἠγκυροβόληται, Gal. 19.102.
adherirse, fijarse
ἠγκυροβόληται· ἐγκαταπέφυκεν ἀγκύρᾳ ὁμοίως
οὗτος ὁ τένων ... ἐγκαταφυόμενος αὐτῷ τῷ ... μέρει προσθίῳ
• fig. arraigar
(πίστις) ταῖς ... ψυχαῖς
ἐγ·καταφύω (pf. 3 sg. ἐγκαταπέφυκεν) s’attacher à, dat. Gal. Lex. Hipp. 19, 102.
Étym. ἐν, κ.