ἐγκατασφάζω
degollar en
γονέων δὲ ἐν ὄμμασι καὶ κόλποις ... τέκνα
αὐτοῦ τῷ κόλπῳ τὸν υἱόν
(κόριον) τοῖς τῶν δαιμονίων ἐγκατασφάξαι βωμοῖς
ἐγ·κατασφάζω (ao. ἐγκατέσφαξεν) égorger sur, rég. ind. au dat. Plut. Dem. 31.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκατασφάζω, darin schlachten ; Plut. Dem. 31 τῷ κόλπῳ τὸν υἱόν.