About Report a problem

Menu

ἐγκατασφάττω

ἐγκατασφάττω, to slaughter in

ἐγκατα-σφάττω,
  • slaughter in, τὸν υἱὸν τῷ κόλπῳ Plu. Dem. 31:—also ἐγκατα-σφάζω, γονέων ἐν ὄμμασι καὶ κόλποις τέκνα D.S. 35.12.

Saved

Recent