Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐγκρέμασις
ἐγκρέμασις, suspension
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐγκράνιον
ἐγκρανίς
ἔγκρανον
ἔγκρανος
ἔγκρασις
ἐγκρασίχολος
ἐγκράτεια
ἐγκράτευμα
ἐγκρατεύομαι
ἐγκρατευτής
ἐγκρατευτικός
ἐγκρατέω
ἐγκρατέως
ἐγκρατής
ἐγκράτησις
Ἐγκρατηταί
ἐγκρατητικός
ἐγκρατίη
ἐγκρατιστής
Ἐγκρατῖται
ἐγκρατίτης
ἔγκρατος
ἐγκρατούντως
ἐγκρατῶς
ἐγκραυγάζω
ἐγκρέκω
ἐγκρέκων
ἐγκρέμαμαι
ἐγκρεμάννυμαι
ἐγκρεμάννυμι
ἐγκρέμασις
ἐγκρεμής
Ἔγκρης
ἐγκρί
ἐγκριδοπώλης
ἐγκρικάδεια
ἐγκρίκια
ἐγκρικόω
ἐγκρίμναμαι
ἐγκρίνω
ἐγκρίς
ἔγκρισις
ἐγκριταί
ἐγκριτέον
ἐγκριτέος
ἐγκριτήριος
ἔγκριτος
ἐγκροαίνω
ἐγκροστόω
ἐγκρόταφος
ἐγκροτέω
ἐγκρουστόω
ἐγκρούστωσις
ἐγκρούω
ἐγκρύβομαι
ἐγκρύβω
ἔγκρυμμα
ἐγκρυπτάζομαι
ἐγκρυπτέον
ἔγκρυπτος
ἐγκρύπτω
…
ἐγκρέμασις
Save
ἐγκρέμασις, suspension
LSJ
ἐγκρέμᾰσις, εως, ἡ,
suspension,
Hp.
Art.
76 (v.l. ἐκκρ-).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}