Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐγκρέκων
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐγκράζω
ἐγκραιπαλάω
ἐγκραιπαλίζω
Ἐγκραναί
ἐγκράνιον
ἐγκρανίς
ἔγκρανον
ἔγκρανος
ἔγκρασις
ἐγκρασίχολος
ἐγκράτεια
ἐγκράτευμα
ἐγκρατεύομαι
ἐγκρατευτής
ἐγκρατευτικός
ἐγκρατέω
ἐγκρατέως
ἐγκρατής
ἐγκράτησις
Ἐγκρατηταί
ἐγκρατητικός
ἐγκρατίη
ἐγκρατιστής
Ἐγκρατῖται
ἐγκρατίτης
ἔγκρατος
ἐγκρατούντως
ἐγκρατῶς
ἐγκραυγάζω
ἐγκρέκω
ἐγκρέκων
ἐγκρέμαμαι
ἐγκρεμάννυμαι
ἐγκρεμάννυμι
ἐγκρέμασις
ἐγκρεμής
Ἔγκρης
ἐγκρί
ἐγκριδοπώλης
ἐγκρικάδεια
ἐγκρίκια
ἐγκρικόω
ἐγκρίμναμαι
ἐγκρίνω
ἐγκρίς
ἔγκρισις
ἐγκριταί
ἐγκριτέον
ἐγκριτέος
ἐγκριτήριος
ἔγκριτος
ἐγκροαίνω
ἐγκροστόω
ἐγκρόταφος
ἐγκροτέω
ἐγκρουστόω
ἐγκρούστωσις
ἐγκρούω
ἐγκρύβομαι
ἐγκρύβω
ἔγκρυμμα
…
ἐγκρέκων
Save
LSJ
ἐγκρέκων
σφυγμός,
term coined by
Archig.
ap.
Gal.
8.662.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}